Αυτή η ιστοσελίδα απαιτεί ένα σύγχρονο πρόγραμμα περιήγησης

Skip to content
Position 1

Είναι εφικτή η μεταρρύθμιση του καπιταλισμού χωρίς επανάσταση;

Μεταρρύθμιση και επανάσταση

Επειδή η Ρόζα Λούξεμπουργκ δεν θεωρούσε ότι ο καπιταλισμός μπορεί να μεταρρυθμιστεί χωρίς επανάσταση, έχει μέχρι σήμερα ‒και δικαίως‒ τη φήμη της επαναστάτριας. Ο Έντουαρντ Μπέρνσταϊν, ο αντίπαλός της στο SPD, είχε προτείνει στο βιβλίο του Οι προϋποθέσεις για το σοσιαλισμό και τα καθήκοντα της σοσιαλδημοκρατίας (1899) μια μη επαναστατική υπέρβαση της αρχής του κέρδους με ειρηνικό, ρεφορμιστικό τρόπο. Αυτή την απομάκρυνση από τη μαρξιστική άποψη ότι μια επανάσταση είναι αναπόφευκτη, αν δεν θέλουμε η ανθρωπότητα να γυρίσει πίσω στη βαρβαρότητα, η Ρόζα Λούξεμπουργκ την απέρριψε κατηγορηματικά. Αντί για αυτήν, υποστήριζε μια ρεφορμιστική καθημερινή πολιτική που θα προσανατολιζόταν στις απαιτήσεις μιας επαναστατικής προοπτικής.

https://www.youtube.com/watch?v=LzK-ASNw09Y
Ρο όπως Ρόζα, Επεισόδιο 1: Πολ Μέισον και Ρόζα Λούξεμπουργκ για το θέμα «Κοινωνική Μεταρρύθμιση ή Επανάσταση»

Για την επίλυση των  υφιστάμενων ακόμα και σήμερα προβλημάτων, το βιβλίο της Λούξεμπουργκ Κοινωνική Μεταρρύθμιση ή Επανάσταση; (1899) εξακολουθεί να είναι σημαντικό. Σε αυτό απέφυγε την παγίδα στην οποία αναπόφευκτα οδηγεί η αντιπαράθεση μεταρρύθμισης και επανάστασης. Ωστόσο, αυτή ακριβώς η συζήτηση έμελλε –ήδη πριν από τη δολοφονία της– να διχάσει το σοσιαλιστικό εργατικό κίνημα σε ένα ρεύμα που επιζητούσε να υπερβεί με ρεφορμιστικές μεθόδους την κυριαρχία των προσανατολισμένων στο κέρδος συμφερόντων και σε ένα άλλο που επιδίωκε τον ίδιο σκοπό με επαναστατικές μεθόδους. Από αυτόν το διχασμό των δυνάμεων που επέκριναν τον καπιταλισμό σε δύο κύρια ρεύματα και πολλά μικρά παρακλάδια προέκυψε ένα τεράστιο «σοσιαλιστικό Δέλτα». Κανένα από αυτά τα ρεύματα δεν έφτασε ποτέ στην ελεύθερη θάλασσα του σοσιαλισμού, ούτε εκείνο των κομμουνιστών που καλούσαν σε επανάσταση ούτε εκείνο των κληρονόμων του Έντουαρντ Μπέρνσταϊν. Αυτή η αποτυχία της σοσιαλιστικής πολιτικής άνοιξε ένα χώρο για το φασισμό και τη δεκαετία του ’70 για το νεοφιλελευθερισμό, που ορίζει την οικονομία και την κοινωνία αυτού του κόσμου μέχρι σήμερα.

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ ήλπιζε με το συνδυασμό μεταρρύθμισης και επανάστασης να μπορέσει να εισαγάγει μια ανανεωμένη οικονομία, παρότι η επανάσταση για εκείνη δεν ήταν συνώνυμο της χρήσης βίας:

«Στις επαναστάσεις της αστικής τάξης η αιματοχυσία, η τρομοκρατία, ο πολιτικός φόνος ήταν το απαραίτητο όπλο στο χέρι των αναδυόμενων τάξεων. Η προλεταριακή επανάσταση δεν χρειάζεται τρομοκρατία για να επιτύχει τους στόχους της, μισεί και απεχθάνεται το φόνο ανθρώπινων όντων. Δεν χρειάζεται αυτά τα μέσα του αγώνα, γιατί μάχεται όχι ενάντια σε άτομα, αλλά ενάντια σε θεσμούς, γιατί δεν κατεβαίνει στο στίβο του αγώνα της με αφελείς ψευδαισθήσεις, για τη ματαίωση των οποίων θα έπρεπε να πάρει αιματηρή εκδίκηση».[1]

Η επαναστατική βία ήταν αποδεκτή για τη Ρόζα Λούξεμπουργκ μόνο ίσως ως απάντηση στη βία – τότε μόνο, όταν η κυρίαρχη τάξη παραβίαζε τις αρχές του νόμου και κατέφευγε στη βία. Αντιθέτως, η Λούξεμπουργκ απέρριπτε την τρομοκρατία, και ειδικά την ατομική τρομοκρατία, διότι απλώς νομιμοποιούσε περισσότερη κρατική καταπίεση. Αντί για αυτό, συμφωνούσε με το πρώιμο δυτικοευρωπαϊκό σοσιαλιστικό κίνημα, που έβλεπε στο συνδυασμό πολιτικής παιδείας, οργάνωσης και αγώνα των μαζών τις μεθόδους που θα απελευθέρωναν την κοινωνία από την αρχή του κέρδους:

«Όχι η χρήση φυσικής βίας, αλλά η επαναστατική αποφασιστικότητα των μαζών να μη δειλιάσουν στην απεργιακή κινητοποίησή τους μπροστά στις ενδεχόμενες ακραίες συνέπειες της κατάστασης του αγώνα και να κάνουν κάθε θυσία είναι που δίνει στη δράση αυτή μια τόσο ακαταμάχητη δύναμη, ώστε συχνά μπορεί να οδηγήσει τον αγώνα πολύ σύντομα σε αξιοσημείωτες νίκες».[2]

Για τη Ρόζα Λούξεμπουργκ οι επαναστάσεις γεννιούνται μέσα από τον ταξικό αγώνα. Τη διατυπωμένη το 1848 προσδοκία του Μαρξ –την οποία ο Φρίντριχ Ένγκελς εγκατέλειψε το 1895 κιόλας, τουλάχιστον εν μέρει– πως μια επανάσταση θα άνοιγε αμέσως τις πύλες για τον σοσιαλισμό, η Ρόζα Λούξεμπουργκ έπαψε να τη συμμερίζεται το αργότερο μετά την καταστολή της Ρωσικής Επανάστασης του 1905-1906. Εκείνη κατάλαβε ότι κάθε επανάσταση μετά την αναπόδραστη παράλυση των κινητήριων δυνάμεών της υφίσταται ένα πισωγύρισμα. Ωστόσο, σύμφωνα με τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, όσο περισσότερο η επανάσταση στραφεί προς τα αριστερά φτάνοντας μέχρι μια –προσωρινή, επειδή μακροπρόθεσμα δεν θα ήταν βιώσιμη– δικτατορία του προλεταριάτου, τόσο πιο μικρή θα είναι αυτή η καθυστέρηση. Αυτό είναι το κεντρικό σημείο στο πώς αντιλαμβάνεται η Ρόζα Λούξεμπουργκ την επανάσταση.

Από εκείνη τη στιγμή κι έπειτα, η Ρόζα Λούξεμπουργκ αντιλαμβανόταν τις επαναστάσεις ως μακροπρόθεσμες, διακοπτόμενες κάθε τόσο διαδικασίες, ως κύκλους, κα όχι ως μεμονωμένα γεγονότα. Μια σοσιαλιστική επανάσταση δεν μπορεί να «επιτευχθεί μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες», αλλά θα επηρέαζε μια μακρά ιστορική περίοδο, έλεγε.

Αν λάβουμε υπόψη μας τα σημερινά κινήματα διαμαρτυρίας, ειδικά τις διαδηλώσεις για το κλίμα, οι σκέψεις της Ρόζας Λούξεμπουργκ σχετικά με την αλληλόδραση μεταρρύθμισης και επανάστασης είναι άκρως επίκαιρες.

Σημειώσεις
  1. Rosa Luxemburg, «Was will der Spartakusbund?» Δεκέμβριος 1918, στο Gesammelte Werke, τόμ. 4, Βερολίνο, 1974, σελ. 443.
  2. Rosa Luxemburg, «Das belgische Experiment», στο Gesammelte Werke, τόμ. 3, Βερολίνο, 1973, σελ. 204.
Position 2

Γιατί η ελευθερία είναι πάντα η ελευθερία εκείνων που σκέφτονται διαφορετικά;

Ελευθερία

Το αξίωμα του Ιμμάνουελ Καντ ότι η ελευθερία του ενός σταματά στην ελευθερία του άλλου υπήρξε η αφετηρία της αντίληψης που είχε η Ρόζα Λούξεμπουργκ για την ελευθερία. Η ελευθερία ως προνόμιο δεν είναι ελευθερία, έλεγε, αλλά η παραμονή σε ένα χρυσό κλουβί. Για τη Ρόζα Λούξεμπουργκ οι κοινωνικές αλλαγές μπορούσαν να πραγματοποιηθούν το συντομότερο δυνατόν σε συνθήκες απόλυτης ελευθερίας, ειδικά σε επαναστάσεις. Μη αναστρέψιμες γίνονται οι αλλαγές, μόνο όταν η ηττημένη πλευρά συνθηκολογεί, όταν έχει εξαντλήσει όλες της τις δυνατότητες και έχει καταρρεύσει μέσα σε απόλυτη ελευθερία.

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ ήταν πιο μπροστά από τους περισσότερους αριστερούς πολιτικούς λόγω της συνειδητοποίησης ότι η ελευθερία εκείνων που σκέφτονται διαφορετικά είναι ακριβώς εκείνη που επιτρέπει μια χειραφετητική πολιτική:

«Η ελευθερία μόνο για τους οπαδούς της κυβέρνησης, μόνο για τα μέλη ενός κόμματος –όσο μεγάλος κι αν είναι ο αριθμός τους– δεν είναι ελευθερία. Η ελευθερία είναι πάντοτε η ελευθερία εκείνων που σκέφτονται διαφορετικά. Όχι λόγω του φανατισμού της “δικαιοσύνης”, αλλά γιατί καθετί το ζωογόνο, το θεραπευτικό και εξαγνιστικό της πολιτικής ελευθερίας εξαρτάται από αυτή την οντότητα και η δράση της ακυρώνεται, όταν η “ελευθερία” γίνεται προνόμιο». [1]

Το να αγωνίζεσαι για μια χειραφέτηση με αντιχειραφετητικά μέσα και μεθόδους, δηλαδή με τη λενινιστική αντίληψη της πολιτικής, θα σήμαινε για τη Ρόζα Λούξεμπουργκ να εγκαταλείψει την πολιτική της προσέγγιση. Η καταπίεση δεν εξαλείφεται μέσω της καταπίεσης.

Η Λούξεμπουργκ έκανε διάκριση μεταξύ πολιτικών και κοινωνικών ελευθεριών. Οι πολιτικές ελευθερίες άρχιζαν με την ελευθερία της ιδιοκτησίας, χωρίς την οποία δεν ήταν βιώσιμη μια καπιταλιστική οικονομία της αγοράς. Αυτή η ελευθερία ήταν ο κεντρικός στόχος της αλλοτινής επαναστατικής αστικής τάξης και προσέφερε μια πρώτη προστασία από την αυθαιρεσία του κράτους, ενώ διασφαλιζόταν από ένα κράτος δικαίου. Με την πολιτική-επαναστατική επιβολή της προστασίας εκείνων που σκέφτονται διαφορετικά, άνοιξε μία πύλη που δεν είχε τεθεί ποτέ ως στόχος να ανοίξει: η πύλη προς τον αγώνα από τα κάτω για πολιτικές ελευθερίες, αρχίζοντας με την ακεραιότητα του ανθρώπου, την ελευθερία της άποψης, της έκφρασης και του Τύπου, το δικαίωμα του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι, συμπεριλαμβανομένης της προστασίας εκείνων που ηττήθηκαν σε εκλογές, την ελευθερία του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι, το ταχυδρομικό απόρρητο, το απαραβίαστο της κατοικίας και το τηλεφωνικό απόρρητο. Χάρη στις πολιτικές ελευθερίες αυτές ήταν δυνατή η κατάκτηση ενός προστατευμένου χώρου εντός του οποίου μπόρεσε να πραγματοποιηθεί – χωρίς μεγάλο κίνδυνο – η αντιπαράθεση για τις σοσιαλιστικές ιδέες.
Σήμερα, αυτές οι ελευθερίες αποτελούν μέρος του απαράβατου πυρήνα του Συντάγματος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (άρθρα 1 και 20)· για τη Ρόζα Λούξεμπουργκ ήταν ήδη από τότε αδιαπραγμάτευτες.

Für sie war Sozialismus nichts anderes als die Ergänzung politischer Freiheiten durch soziale Freiheit von Ausbeutung und jeglicher Form von Abhängigkeit. (Der von den Bolschewiki praktizierte „Sozialismus“ war das Gegenteil. Genau das machte Rosa Luxemburg für sie so gefährlich.)

Για τη Ρόζα Λούξεμπουργκ ήταν σαφές ότι μόνο με τη διευθέτηση των αντιθέσεων η «υπόλοιπη κοινωνία» θα συνειδητοποιούσε την καταπίεση και την εκμετάλλευση που υφίστατο, και θα ελευθερωνόταν έτσι από την εξουσία που είχε πάνω από το κεφάλι της. Ο Πάουλ Λεβί, ένας από τους συντρόφους της, το έθεσε ως εξής, μετά τη δολοφονία της:

«Εκείνη ήξερε πώς να διεξάγει τον αγώνα ως αγώνα, τον πόλεμο ως πόλεμο, τον εμφύλιο πόλεμο ως εμφύλιο πόλεμο. Όμως, τον εμφύλιο πόλεμο μπορούσε να τον φανταστεί μόνο ως ένα ελεύθερο παιχνίδι δυνάμεων, στο οποίο ακόμα και η μπουρζουαζία δεν θα κλείνεται μέσω των αστυνομικών μέτρων στα υπόγεια, γιατί μόνο στον ανοιχτό αγώνα των μαζών μπορούν αυτές να εξελιχτούν, να αναγνωρίσουν το μεγαλείο και τη βαρύτητα του αγώνα τους. Εκείνη δεν ήθελε την εξάλειψη της μπουρζουαζίας μέσω της στείρας τρομοκρατίας, μέσω της μονότονης δουλειάς των εκτελέσεων, όπως ο κυνηγός δεν θέλει να εξοντώσει τον θηρευτή στο δάσος του. Η πάλη με τον θηρευτή κάνει το θήραμα πιο δυνατό και πιο μεγάλο. Για εκείνη, η εξάλειψη της μπουρζουαζίας, την οποία επιθυμούσε και η ίδια, ήταν το αποτέλεσμα της κοινωνικής αναδιοργάνωσης που σηματοδοτεί η επανάσταση». [2]

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ πίστευε ακράδαντα πως οτιδήποτε τεχνητό, όλες οι συνθήκες που δημιουργούνται «άνωθεν», καταλήγουν στη δικτατορία μιας μειοψηφίας και άρα σε ένα κράτος τρόμου. Η ιστορία του σοσιαλισμού του 20ού αιώνα επιβεβαίωσε αυτή της την πεποίθηση μέσα από αιματηρά γεγονότα.

Σημειώσεις
  1. Rosa Luxemburg, «Zur russischen Revolution», στο Gesammelte Werke, τόμ. 4, Βερολίνο, 1974, σελ. 359.
  2. Paul Levi, «Die Russische Revolution. Eine kritische Würdigung. Aus dem Nachlass von Rosa Luxemburg» (Εισαγωγή), στο Ohne einen Tropfen Lakaienblut. Schriften, Reden, Briefe, επιμ.: Jörn Schütrumpf, τόμ. I/4: Spartakus: Abschied ohne Ankunft, 1921/22, Βερολίνο, 2020, σελ. 1.035.
Position 3

Το μυστικό της αποικιοκρατίας και του ιμπεριαλισμού

Η συσσώρευση του κεφαλαίου

Η συνεχής ανάπτυξη αγορών είναι εγγεγραμμένη στο DNA του καπιταλισμού – το τίμημα για όσους αποτύχουν σε αυτή τη συνεχή ανάπτυξη είναι η κατάρρευση. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ διέκρινε ότι ο –τότε μη καπιταλιστικός ακόμα– παγκόσμιος Νότος ήταν απαραίτητος για τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, τόσο ως αγορά για τη διάθεση προϊόντων όσο και ως πηγή πρώτων υλών. Ωστόσο, αυτή η «ενσωμάτωση στην παγκόσμια αγορά» δεν λειτουργεί χωρίς απαλλοτριώσεις, που επιφέρουν την καταστροφή των παραδοσιακών κοινοτήτων – συχνά μέσω στρατιωτικής βίας. Έτσι, η Ρόζα Λούξεμπουργκ αποκάλυψε το μυστικό όχι μόνο της αποικιοκρατίας, αλλά και των ιμπεριαλιστικών πολέμων.

https://www.youtube.com/watch?v=6uacxlEtVLU
Ρο όπως Ρόζα, Επεισόδιο 2: Πολ Μέισον και Ρόζα Λούξεμπουργκ για το θέμα «Ιμπεριαλισμός και πόλεμος»

Για να μπορέσει να αναλύσει την καπιταλιστική παραγωγή υπεραξίας, ο Μαρξ αποφάσισε να δουλέψει με ένα απλοποιημένο μοντέλο. Είπε: Ας υποθέσουμε ότι έχουμε μια κοινωνία που αποτελείται μόνο από καπιταλιστές και μισθωτούς, δηλαδή μια κοινωνία που δεν υπήρξε ποτέ – κάτι που ο ίδιος ο Μαρξ τόνιζε ξανά και ξανά. Όμως, μόνο υπ’ αυτές τις «εργαστηριακές συνθήκες» κατάφερε να αποκαλύψει σημαντικές θεμελιώδεις σχέσεις εντός αυτού του τρόπου παραγωγής. Μπόρεσε να δείξει πώς δημιουργείται η υπεραξία, πώς δεν καταναλώνεται, αλλά τροφοδοτείται (συσσωρεύεται) στην παραγωγή, για να παραχθούν ακόμα περισσότερα αγαθά και να επιτευχθεί ακόμα μεγαλύτερο κέρδος. Κάθε καπιταλιστής που αρνείται να παίξει αυτό το παιχνίδι, αργά ή γρήγορα, θα ηττηθεί από τους ανταγωνιστές του, έλεγε ο Μαρξ.

Ωστόσο, με αυτή την απλοποιημένη προσέγγιση, ο Μαρξ δεν μπόρεσε να απαντήσει στο εξής ερώτημα: Από πού προέρχεται η ανάπτυξη, από πού οι ολοένα και πιο αυξανόμενες πωλήσεις, άρα η εκ νέου κερδοφόρα μετατροπή του επενδυμένου σε αγαθά κεφαλαίου σε περισσότερο κεφάλαιο.

Από αυτό το σημείο ξεκίνησε η Ρόζα Λούξεμπουργκ. Εκείνη θεώρησε ότι, σε μια κοινωνία που θα αποτελούνταν μόνο από καπιταλιστές και μισθωτούς, μια αύξηση των πωλήσεων είναι αδύνατη. Ωστόσο, δεν απέρριψε για αυτόν το λόγο τον Μαρξ, αλλά πήρε τα συμπεράσματά του και ακολούθησε την αντίθετη πορεία: από την αφαίρεση στην πραγματικότητα. Εκεί συνάντησε ένα τρίτο πεδίο: τις μη καπιταλιστικές αγορές διάθεσης. Η δική της διαπίστωση ήταν η εξής:

«Η καπιταλιστική παραγωγή, ως γνήσια μαζική παραγωγή, εξαρτάται από αγοραστές που ανήκουν σε κύκλους αγροτών και τεχνιτών στις παλαιές χώρες καθώς και από καταναλωτές σε όλες τις άλλες χώρες, και την ίδια στιγμή δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα, από τεχνική άποψη, χωρίς τα προϊόντα αυτών των στρωμάτων και των χωρών (είτε πρόκειται για μέσα παραγωγής είτε για μέσα διαβίωσης)». [1]

Έτσι, χρειάστηκε εξαρχής να αναπτυχθεί μια σχέση ανταλλαγής ανάμεσα στην καπιταλιστική παραγωγή και στο μη καπιταλιστικό περιβάλλον της, μια σχέση στην οποία το κεφάλαιο κατάφερε να υλοποιήσει τη δική του υπεραξία, να εφοδιαστεί με τα απαραίτητα αγαθά για τη διεύρυνση της παραγωγής του και χάρη στην αποδιάρθρωση των μη καπιταλιστικών μορφών παραγωγής να κερδίσει νέα εργατικά χέρια.

Αυτή την άποψη η Ρόζα Λούξεμπουργκ την ανέπτυξε το 1913 –σε επική έκταση– στο έργο της Η συσσώρευση του κεφαλαίου. Παρ’ όλα αυτά, το βιβλίο της εν μέρει μόνο είναι επιτυχημένο. Μεγάλα αποσπάσματα των πρώτων διακοσίων σελίδων διαβάζονται ως μια αυτοθεώρηση. Τα εφτά ιστορικά κεφάλαια στο τέλος του τόμου είναι εντελώς διαφορετικά. Εδώ πρόκειται για παγκόσμια λογοτεχνία.

Μόλις σε ένα άλλο έργο της, που έγινε γνωστό με τον τίτλο Antikritik (Αντικριτική) κατέληξε στο αποφασιστικής σημασίας επιχείρημά της:

«Στις υπερπόντιες χώρες η καθυπόταξη και η καταστροφή του παραδοσιακού κοινοτικού συστήματος είναι η πρώτη τάξη, η ιστορικής σημασίας πράξη γέννησης του κεφαλαίου, και έκτοτε συνοδεύει πάντα τη συσσώρευση. Καταστρέφοντας τις πρωτόγονες, αγροτικές, πατριαρχικές συνθήκες μιας οικονομίας αυτοσυντήρησης εκείνων των χωρών, το ευρωπαϊκό κεφάλαιο ανοίγει εκεί τις πύλες για την ανταλλαγή αγαθών και την παραγωγή αγαθών, μετατρέπει τους κατοίκους τους σε αγοραστές για τα καπιταλιστικά αγαθά και ταυτόχρονα επιταχύνει ραγδαία τη δική του συσσώρευση μέσω της άμεσης, μαζικής καταλήστευσης των φυσικών θησαυρών και του φυλαγμένου πλούτου των υποταγμένων λαών. Από τις αρχές του 19ου αιώνα, χέρι χέρι με αυτές τις μεθόδους πηγαίνει η εξαγωγή του συσσωρευμένου κεφαλαίου από την Ευρώπη στις μη καπιταλιστικές χώρες που βρίσκονται σε άλλα τμήματα του κόσμου. Εκεί το ευρωπαϊκό κεφάλαιο βρίσκει σε ένα νέο πεδίο, στα ερείπια των ντόπιων μορφών παραγωγής, ένα νέο κύκλο αγοραστών των αγαθών του και, επομένως, νέες δυνατότητες συσσώρευσης. Έτσι, ο καπιταλισμός, χάρη στην αλληλεπίδραση με τις μη καπιταλιστικές κοινωνίες και χώρες, επεκτείνεται όλο και περισσότερο, συσσωρεύοντας εις βάρος τους, ενώ την ίδια στιγμή βήμα βήμα τις αφαιμάσσει και τις παραγκωνίζει, με απώτερο σκοπό να πάρει τη θέση τους». [2]

Το Antikritik η Ρόζα Λούξεμπουργκ το έγραψε το 1915, όταν λόγω της αποδεδειγμένης αντιπολεμικής της δράσης εξέτισε ποινή κάθειρξης ενός έτους στη «φυλακή για γυναίκες» της Μπάρνιμστρασε στο Βερολίνο. Επειδή εκείνη την εποχή κανείς δεν τολμούσε να τυπώσει κάτι που είχε γράψει η τότε απόκληρη της κοινωνίας Λούξεμπουργκ, το βιβλίο εκδόθηκε μόλις το 1921 από τις εκδόσεις Franke της Λειψίας, δύο χρόνια μετά τη δολοφονία της συγγραφέως του.

Για τις επιπτώσεις του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, έγραφε η Ρόζα Λούξεμπουργκ: «Όσο περισσότερες καπιταλιστικές χώρες συμμετέχουν όμως σε αυτό το κυνήγι για περιοχές συσσώρευσης και όσο λιγοστεύουν οι μη καπιταλιστικές περιοχές που είναι ακόμα διαθέσιμες για την παγκόσμια επέκταση του κεφαλαίου, τόσο πιο αμείλικτα θα δίνει τη μάχη του ανταγωνισμού το κεφάλαιο, για να κερδίσει αυτές τις περιοχές συσσώρευσης, τόσο περισσότερο οι περιηγήσεις του στην παγκόσμια σκηνή θα μετασχηματίζονται σε μια αλυσίδα οικονομικών και πολιτικών καταστροφών: παγκόσμιες κρίσεις, πολέμους, επαναστάσεις». [3]

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ θεωρούσε την καθυπόταξη των μη καπιταλιστικών τρόπων παραγωγής στη λογική της αξιοποίησης του κεφαλαίου ως μια διαδικασία που θα συνέβαινε μία φορά, αλλά οι μετέπειτα εξελίξεις έδειξαν ότι, στην πραγματικότητα, αφορά μια ολοένα και βαθύτερη διείσδυση σε όλες τις κοινωνικές σχέσεις. Επομένως, η σκέψη της Λούξεμπουργκ ότι η προοδευτική επικράτηση του καπιταλισμού στον κόσμο θα προσέκρουε σε ένα οικονομικό όριο ήταν ένα βεβιασμένο συμπέρασμα.

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ επηρέασε με τις αναλύσεις της τη μετέπειτα συζήτηση για τον Τρίτο Κόσμο και το γυναικείο κίνημα της δεκαετίας του ’70. Ο Ντέιβιντ Χάρβεϊ έδειξε στις αρχές της δεκαετίας του 2000 πώς η «συσσώρευση μέσω απαλλοτρίωσης» [ή «υφαρπαγής»] –όπως είναι και ο υπότιτλος στη γερμανική έκδοση του σημαντικότερου βιβλίου του (2003)– επεκτείνεται τώρα και σε δημόσια αγαθά με τη μορφή της ιδιωτικοποίησης των δημόσιων υπηρεσιών, της υγείας και της παιδείας, του πολιτιστικού τομέα και άλλων κλάδων. Σήμερα, η συσσώρευση συζητιέται υπό το πρίσμα των «εσωτερικών αποικιών», της «αρπαγής γης», του νοικοκυριού ως ενός δωρεάν τόπου παραγωγής του αγαθού της εργατικής δύναμης και της κακοπληρωμένης εργασίας παροχής φροντίδας.

Με διαφορετικό τρόπο, η ιδέα της Ρόζας Λούξεμπουργκ για τα όρια της προοδευτικής επικράτησης του καπιταλισμού, όπως έχει επισημάνει η Ιζαμπέλ Λουρέιρο, εμφανίζεται ξανά στη συζήτηση για την οικολογία: «Το σύγχρονο μοντέλο της “συσσώρευσης μέσω απαλλοτρίωσης” συνδέεται, μεταξύ άλλων ζητημάτων, με γεωργικές πρακτικές που δεν είναι αειφόρες: επέκταση των μονοκαλλιεργειών, χρήση παρασιτοκτόνων, υποβάθμιση εδάφους, αποψίλωση, καταστροφή της βιοποικιλότητας, σπατάλη των υδάτινων πόρων, ρύπανση πηγών νερού, κίνδυνος για την ασφάλεια των τροφίμων, αύξηση των τιμών των τροφίμων». Το κεφάλαιο, γράφει η Λουρέιρο, δεν μπορεί να συσσωρεύεται επ’ άπειρον. «Ωστόσο, όχι επειδή ο καπιταλισμός θα έχει κάποτε επικρατήσει σε όλο τον κόσμο κι έτσι θα προσκρούσει, όπως πίστευε η Λούξεμπουργκ, στα λογικά και ιστορικά του όρια, αλλά λόγω των φυσικών ορίων του πλανήτη μας». [4]

Σημειώσεις
  1. Rosa Luxemburg, «Die Akkumulation des Kapitals oder Was die Epigonen aus der Marxschen Theorie gemacht haben. Eine Antikritik [1915/1921]», στο Gesammelte Werke, τόμ. 5, Βερολίνο, 1975, σελ. 429.
  2. Στο ίδιο, σσ. 429 κ.εξ.
  3. Στο ίδιο, σ. 430.
  4. Isabel Loureiro, «Die Aktualität von Rosa Luxemburgs “Akkumulation des Kapitals” in Lateinamerika», στο Jahrbuch für Forschungen zur Geschichte der Arbeiterbewegung, 2013 (II), σελ. 121.
Position 4

Ποια θα ήταν μια εναλλακτική του καπιταλισμού σύμφωνα με τη Ρόζα Λούξεμπουργκ;

Σοσιαλισμός

Η μηχανή ανάπτυξης του καπιταλισμού συνεχίζει να δουλεύει πιο ανεμπόδιστα παρά ποτέ. Και όχι μόνο στην Κίνα και την Ινδία. Ο καπιταλισμός είναι αδιανόητος χωρίς ανάπτυξη, αλλά και η απεριόριστη ανάπτυξη σε έναν πλανήτη με πεπερασμένα όρια είναι εξίσου αδιανόητη. Παρ’ όλα αυτά, οι έως τώρα εναλλακτικές έναντι της καταστροφής της φύσης και της καθυπόταξης της ανθρώπινης ζωής στη συσσώρευση του κεφαλαίου απαξιώθηκαν: Τα σοσιαλιστικά κράτη του 20ού αιώνα ούτε έφεραν ελευθερία, ούτε χαρακτηρίζονταν από προσεχτική αντιμετώπιση της φύσης και του περιβάλλοντος. Ωστόσο, η σημερινή πολλαπλή κρίση του καπιταλισμού κάνει επιτακτική την αναζήτηση διαφορετικών εναλλακτικών. Έχει ξεκινήσει μια νέα συζήτηση για ένα σοσιαλισμό μέσα στον 21ο αιώνα. Η συζήτηση αυτή μπορεί να πιάσει το νήμα από εκεί που το άφησε η Ρόζα Λούξεμπουργκ, η οποία αγωνιζόταν για ένα ζωντανό, γεμάτο αντιφάσεις και από κάθε άποψη δημοκρατικό σοσιαλισμό. Ως την «αληθινή πνοή του σοσιαλισμού» θεωρούσε την «πιο αδυσώπητη επαναστατική δύναμη κι ενέργεια και την πιο γενναιόδωρη ανθρωπιά».

https://www.youtube.com/watch?v=T-TOGQ8WI10
Ρο όπως Ρόζα, Επεισόδιο 3: Πολ Μέισον και Ρόζα Λούξεμπουργκ για το θέμα «Η τάξη επικρατεί στο Βερολίνο»

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ σκεφτόταν το σοσιαλισμό ως μια ενότητα που αποτελούνταν από πολιτικές και κοινωνικές ελευθερίες. Αυτό την έφερε αμέσως σε αντιπαράθεση με τον Λένιν και τον Τρότσκι, τους ηγέτες των Μπολσεβίκων, που τον Οκτώβριο του 1917 κατέλαβαν την εξουσία στη Ρωσία και κατήργησαν τις πολιτικές ελευθερίες. Έγραφε η Λούξεμπουργκ τον Σεπτέμβριο του 1918: «Διακρίναμε πάντοτε τον κοινωνικό πυρήνα από την πολιτική μορφή της αστικής δημοκρατίας, αποκαλύπταμε πάντοτε τον πικρό πυρήνα της κοινωνικής ανισότητας και ανελευθερίας κάτω από το γλυκό κέλυφος της τυπικής ισότητας και ελευθερίας – όχι για να το απορρίψουμε, αλλά για να παρακινήσουμε την εργατική τάξη να μην αρκεστεί στο κέλυφος, αλλά να καταλάβει την πολιτική εξουσία και να της δώσει νέο κοινωνικό περιεχόμενο». [1]

Ο μεγαλύτερος φόβος της Ρόζας Λούξεμπουργκ ήταν ότι η πρακτική κυριαρχίας των Μπολσεβίκων θα στερούσε από τη σοσιαλιστική ιδέα την πιο σημαντική της έννοια: το να μπορέσει να γίνει μια εναλλακτική της καταπίεσης, της εκμετάλλευσης και της ταπείνωσης. Επειδή ο σοσιαλισμός δεν μπορούσε να εισαχθεί από την πίσω πόρτα, ήταν αδύνατο να εκφραστεί ελεύθερα μέσα στη νεκρική σιγή μιας  ‒ακόμα και «αριστερής»‒ δικτατορίας. Ο σοσιαλισμός έπρεπε να είναι ποθητός από μια πλειονότητα και γι’ αυτό ήταν μια υπόθεση που έπρεπε να πάρει τη μεγαλύτερη δυνατή δημοσιότητα. Η γοητεία του μπορούσε να εκδηλωθεί μόνο στον δημόσιο διάλογο. Στις επαναστάσεις, για τη Λούξεμπουργκ, δεν ήταν τα «επαναστατικά κόμματα», αλλά αποκλειστικά και μόνο οι μάζες εκείνες που μπορούσαν να αλλάξουν την κοινωνία προς την κατεύθυνση του σοσιαλισμού. Για αυτό τη βάση αποτελούσε η δημοκρατία, και δεν υπήρχε εναλλακτική. Για τη Λούξεμπουργκ, ο σοσιαλισμός δεν ήταν κάτι που μπορούσε να επιβληθεί, πρώτα απ’ όλα επειδή ο σοσιαλισμός είχε ανάγκη την ελευθερία ως προϋπόθεση, η οποία όμως δεν μπορούσε ποτέ να έρθει άνωθεν, αλλά έπρεπε να είναι επιθυμητή από τα κάτω.

Στο επίκεντρο της πολιτικής της προσέγγισης η Ρόζα Λούξεμπουργκ έθεσε την επιλογή που ο Μαρξ είχε επανειλημμένως παρουσιάσει σε μικρό κύκλο:  «Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα». Αν η ανθρωπότητα δεν κατάφερνε να βρει μια διέξοδο από την κυριαρχία του κέρδους, το ανθρώπινο είδος θα έπεφτε στη βαρβαρότητα, χωρίς να υπάρχει σωτηρία. Ύστερα από δύο παγκόσμιους πολέμους, την αποτυχία του κρατικού σοσιαλισμού και την ολοένα και πιο εμφανή ευπάθεια του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής οι βασικές ιδέες της Λούξεμπουργκ –η δημιουργία πολιτικής αλλά και κοινωνικής ελευθερίας, η θεώρηση της κοινωνίας και της φύσης ως στενά συνδεδεμένων μεταξύ τους– μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να αναπτυχθούν τα θεμελιώδη γνωρίσματα μιας εναλλακτικής κοινωνίας.

«Αποτελεί ιστορικό καθήκον του προλεταριάτου, όταν έρθει στην εξουσία, να δημιουργήσει αντί της αστικής δημοκρατίας μια σοσιαλιστική δημοκρατία και όχι να καταργήσει κάθε μορφή δημοκρατίας. Η σοσιαλιστική δημοκρατία όμως δεν ξεκινά μόνο στη Γη της Επαγγελίας, όταν θα έχει δημιουργηθεί η υποδομή της σοσιαλιστικής οικονομίας, ως ένα ετοιμοπαράδοτο χριστουγεννιάτικο δώρο για τον λαό που έχει δείξει καλή διαγωγή και στο μεταξύ έχει στηρίξει πιστά μια χούφτα σοσιαλιστών δικτατόρων». [2]

Σημειώσεις
  1. Rosa Luxemburg, «Zur russischen Revolution», Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 1918, στο Gesammelte Werke, τόμ. 4, Βερολίνο, 1974, σελ. 363.
  2. Στο ίδιο.
Position 5

Απελευθέρωση του ανθρώπου μέσω της διά βίου μάθησης

Χειραφέτηση

Η χειραφέτηση ήταν για τη Ρόζα Λούξεμπουργκ ο στόχος του ανθρώπινου είδους, και όχι ενός μόνο από τα δύο φύλα του. Συμφωνώντας με τον Μαρξ, αξίωνε «την ανατροπή όλων των συνθηκών, κάτω από τις οποίες ο άνθρωπος είναι ένα ταπεινωμένο, ένα υποδουλωμένο, ένα εγκαταλελειμμένο, ένα άξιο περιφρόνησης ον». Ταυτόχρονα, απεχθανόταν τη μονόπλευρη θεώρηση των προβλημάτων. Προϋπόθεση για τη χειραφέτηση ήταν για τη Λούξεμπουργκ η παιδεία, την οποία επίσης δεν έβλεπε μονοδιάστατα. Η μάθηση είχε για τη Ρόζα Λούξεμπουργκ ένα διττό χαρακτήρα: ως κατάκτηση του ανθρώπινου πολιτισμού με την ευρεία του έννοια και ως αυτοπραγμάτωση στην κοινοτική δράση. Σε αμφότερα τα πεδία αυτά οι θετικές και, ακόμα περισσότερο, οι αρνητικές εμπειρίες ήταν απαραίτητες.

Για τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, η χειραφέτηση δεν περιοριζόταν στη χειραφέτηση της γυναίκας:

«Ο επιστημονικός σοσιαλισμός μαθαίνει σε εμάς, στις γυναίκες, ότι μπορούμε να επιτύχουμε την πλήρη ανθρώπινη απελευθέρωσή μας αποκλειστικά και μόνο μέσα σε μια σοσιαλιστική τάξη και μέσω της κατάργησης της ιδιωτικής ιδιοκτησίας στα μέσα της παραγωγής. Κατά συνέπεια, καθιστά καθήκον μας κάθε στιγμή να δρούμε για αυτό το ευγενικό ιδανικό, που είναι ο ιστορικά καθορισμένος στόχος του εργατικού κινήματος. Στους προλετάριους πάλι ο επιστημονικός σοσιαλισμός εξηγεί ότι αυτόν το στόχο τους δεν μπορούν να τον κατακτήσουν χωρίς τη συνειδητή, έμπρακτη στήριξη από τις πλατιές μάζες των γυναικών. Γεγονότα επί γεγονότων το επιβεβαιώνουν αυτό. Η ταχεία και ισχυρή ανάπτυξη της επαγγελματικής απασχόλησης των γυναικών αναγκάζει αυτούς που εργάζονται για το μεροκάματο ή το μισθό να σεβαστούν την εργαζόμενη συντρόφισσα και να κερδίσουν μια συνοδοιπόρο στον αγώνα για αξιοπρεπείς συνθήκες ζωής». [1]

Για τη Ρόζα Λούξεμπουργκ η χειραφέτηση δεν ήταν μια πράξη απελευθέρωσης που συνέβαινε μόνο μια φορά, πόσο μάλλον μια πράξη διακήρυξης, αλλά σήμαινε μια συνεχή ενασχόληση του ατόμου – με τον εαυτό του αλλά και με όλες τις πτυχές της κοινωνίας και της φύσης. Αυτό προϋπέθετε τη μόρφωση και τη διά βίου μάθηση. Μόνο οι συνεχείς μαθησιακές και εκπαιδευτικές διαδικασίες μπορούσαν να οδηγήσουν σε προσωπική και κοινωνική χειραφέτηση, όπως και σε αλλαγή.

Αντίστοιχη ήταν η μέθοδος της Ρόζας Λούξεμπουργκ, όταν δίδασκε: Ενθάρρυνε την αυτοενίσχυση. Το ίδιο έκανε και στις παραδόσεις της ως καθηγήτρια Πολιτικής Οικονομίας.

«Θέτοντας ερωτήματα, συνεχώς και ολοένα και νέα ερωτήματα, διερευνώντας, εκμαίευε από την τάξη τις γνώσεις που αυτή είχε ήδη και χρειάζονταν για εκείνο που έπρεπε να διαπιστωθεί. Θέτοντας ερωτήματα, άφηνε την απάντηση να ηχήσει και εμάς να ακούσουμε μόνοι μας πού και γιατί ακουγόταν κενή. Κάνοντας ερωτήσεις, εξέταζε τα επιχειρήματα και μας άφηνε να δούμε οι ίδιοι αν ήταν σαθρά ή αν ευσταθούσαν. Κάνοντας ερωτήσεις, μας ανάγκαζε να προχωρήσουμε πέρα από τη συνειδητοποίηση του σφάλματός μας και να ανακαλύψουμε οι ίδιοι μια στέρεη, αδιάσειστη λύση». [2]

Παρ’ όλα αυτά, η μάθηση για τη Ρόζα Λούξεμπουργκ δεν περιοριζόταν στην εκπαίδευση. Πέρα από αυτήν, η χειραφέτηση απαιτούσε τη γνώση που αντλούνταν από την εμπειρία και αφορούσε τα δυνατά αλλά και τα αδύναμα σημεία του ατόμου. Οι εμπειρίες, κατά την άποψή της, δεν μπορούν να αποκτηθούν χωρίς τη στοχευμένη δράση, έστω κι αν αυτές οι εμπειρίες καμιά φορά είναι πολύ οδυνηρές. Όσο πιο συλλογικά αποκτούν και επεξεργάζονται οι άνθρωποι τις εμπειρίες, τόσο πιο παραγωγική είναι η επίδρασή τους. Με αυτή την άποψη η Ρόζα Λούξεμπουργκ έστρεψε όλα τα εκτελεστικά όργανα των κομμάτων αυτού του κόσμου εναντίον της – γιατί ανέκαθεν πίστευαν πως ξέρουν τι είναι το καλύτερο για τους οπαδούς τους:

«Ο τολμηρός ακροβάτης παραβλέπει εδώ όμως ότι το μόνο υποκείμενο στο οποίο έχει πέσει τώρα αυτός ο ρόλος του καθοδηγητή είναι το μαζικό Εγώ της εργατικής τάξης, που σε κάθε περίπτωση επιμένει με πείσμα ότι πρέπει να του επιτραπεί να κάνει τα δικά του λάθη και να μάθει μόνο του ιστορική διαλεκτική. Και εντέλει, μια και μιλάμε μεταξύ μας, ας είμαστε ειλικρινείς: Τα στραβοπατήματα που θα κάνει ένα αληθινά επαναστατικό εργατικό κίνημα είναι ιστορικά απείρως πιο γόνιμα και πιο πολύτιμα από το αλάθητο της καλύτερης “Κεντρικής Επιτροπής”». [3]

Η Λούξεμπουργκ επέστρεφε ξανά και ξανά σε αυτές τις σχέσεις: Μια τάξη μπορεί να αποκτήσει εμπειρίες μόνο μέσα στον αγώνα – γιατί μόνο σε αυτόν τα απομονωμένα άτομα μπορούν να γίνουν τάξη και άρα μια πολιτική δύναμη. Απέρριπτε τη σχηματική σκέψη, την ιδέα ότι μπορεί κανείς να κάνει αγώνα σύμφωνα με μια έτοιμη, καταγεγραμμένη σε ένα βιβλίο θεωρία. Σύμφωνα με τη Λούξεμπουργκ, «εν μέσω της Ιστορίας, εν μέσω της εξέλιξης, εν μέσω του αγώνα μαθαίνουμε πώς να αγωνιζόμαστε». [4]

Όταν το 1912 το SPD κέρδισε μεγάλο ποσοστό ψήφων στις εκλογές του Ράιχσταγκ και η ηγεσία του προσπάθησε να περάσει την ιδέα, περισσότερο από ποτέ, ότι ο κοινοβουλευτισμός είναι ο μόνος εφικτός δρόμος για το σοσιαλισμό, η Ρόζα Λούξεμπουργκ ήταν εκείνη που μετρίασε το νικηφόρο κλίμα. Προειδοποίησε τα τέσσερα εκατομμύρια ψηφοφόρους της σοσιαλδημοκρατίας να αφήσουν το πεδίο μάχης στο κόμμα: «Δείξατε τώρα τη δύναμή σας. Πρέπει να μάθετε και να τη χρησιμοποιείτε». [5] Η Ρόζα Λούξεμπουργκ θα επέκρινε, πιθανότατα, τις ενέργειες των σημερινών (αριστερών) κομμάτων. Κατά την άποψή της, μόνο το να μαθαίνει κανείς από τα λάθη και μόνο ο διαρκής και εντατικός διάλογος οδηγούσαν στο στόχο, όχι μια αυτοαναφορική προσέγγιση που υπεράσπιζε με κάθε τίμημα τη θέση της. Τη στέρηση της ελευθερίας γνώμης και έκφρασης της βάσης του κόμματος και των ψηφοφόρων, που συνεπαγόταν η προσέγγιση αυτή, τη θεωρούσε ως το αντίθετο της χειραφέτησης.

Σημειώσεις
  1. Rosa Luxemburg, «Mehr Sozialismus», στο Gesammelte Werke, τόμ. 7/2, Βερολίνο, 2017, σελ. 935.
  2. Λόγια της Rosi Wolfstein (1920), που παρατίθενται στο Jörn Schütrumpf (επιμ.), Rosa Luxemburg oder: Der Preis der Freiheit, 3η αναθ. και συμπλ. έκδοση, Βερολίνο, 2018, σελ. 102.
  3. Rosa Luxemburg, «Organisationsfragen der russischen Sozialdemokratie», στο Gesammelte Werke, τόμ. 1/2, Βερολίνο, 1970, σελ. 444.
  4. Rosa Luxemburg, «Der politische Massenstreik und die Gewerkschaften. Rede am 1. Oktober 1910 in Hagen in der außerordentlichen Mitgliederversammlung des Deutschen Metallarbeiter-Verbandes», στο Gesammelte Werke, τόμ. 2, Βερολίνο, 1972, σελ. 465.
  5. Rosa Luxemburg, «Unser Wahlsieg und seine Lehren. Rede am 1. März 1912 in Bremen», στο Gesammelte Werke, τόμ. 3, Βερολίνο, 1973, σσ. 132 κ.εξ.
Position 6

Ποια ήταν η άποψη της Ρόζα Λούξεμπουργκ για τους πολέμους;

Πόλεμος

Για τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, ο πόλεμος ήταν δύσκολο να αποφευχθεί στο ιμπεριαλιστικό στάδιο της καπιταλιστικής νεωτερικότητας. Αυτό δεν την απέτρεπε ωστόσο από το να αγωνίζεται κατά επικείμενων πολέμων και να καταλήγει στη φυλακή για αυτό. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ ήταν κατά της βίας και του πολέμου, όχι μόνο ως ανθρωπίστρια, δηλαδή για ηθικούς λόγους, αλλά επίσης ως επαναστάτρια. Τη δεκαετία του 1860, ο Μαρξ είχε ακόμα αποφανθεί γενικά: «Η βία είναι η μαμή για κάθε παλιά κοινωνία που κυοφορεί μία νέα. Η ίδια η βία είναι οικονομική δύναμη».[1] Τη δεκαετία του 1890, το alter ego του, ο ειδικός σε στρατιωτικά θέματα Φρίντριχ Ένγκελς είχε περιορίσει την ισχύ της δήλωσης αυτής: Χαρακτήρισε παρωχημένη τη στρατιωτική βία σε μία σοσιαλιστική-προλεταριακή επανάσταση, προ πάντων στα οδοφράγματα. Λόγω της προόδου που είχε επιτύχει η τεχνολογία των όπλων, η ήττα του επαναστατικού στρατοπέδου θα ήταν αναπόφευκτη σε μία στρατιωτική αντιπαράθεση. Η ανοικτή βία, και πόσο μάλλον ο εμφύλιος πόλεμος, θα οδηγούσε στη συντριβή – τουλάχιστον στα κράτη δυτικά της Ρωσίας. Στο μέλλον, το ζητούμενο δεν θα ήταν πλέον ο στρατιωτικός αιφνιδιασμός από μία μικρή ομάδα επαναστατών, όπως τον 18ο και 19ο αιώνα, αλλά η υπερίσχυση των πολιτών.

Η Ρόζα Λούξεμπουργκ θεωρούσε πως το επαναστατικό στρατόπεδο θα επιτύγχανε με τον πλέον ασφαλή τρόπο αυτό τον στόχο μέσω της μαζικής πολιτικής απεργίας, την οποία είχε βιώσει η ίδια κατά τη Ρωσική Επανάσταση του 1905/06. Συνειδητοποιώντας τη δύναμή τους μέσω της απεργίας, οι προλετάριοι θα απελευθερώνονταν από την πνευματική ηγεμονία της αστικής κοινωνίας, για να κάμψουν τότε – σε ένα δεύτερο βήμα – την αντίσταση του κυρίαρχου στρατοπέδου, συμπεριλαμβανομένου του κράτους και της εκκλησίας. Βία; Ναι. Αιματοχυσία; Όχι. Η εποχή των εμφύλιων πολέμων που μπορούσαν να οδηγήσουν σε νίκη είχε απλώς παρέλθει. Η στρατηγική αυτή δεν δοκιμάστηκε παρά δεκαετίες αργότερα: από το 1980 και μετά, με το πολωνικό συνδικάτο «Αλληλεγγύη», καταλήγοντας στην κατάρρευση του ευρωπαϊκού κρατικού σοσιαλισμού. Οι πρωταγωνιστές των τότε γεγονότων δεν γνώριζαν και πολλά για τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, κάποιοι μάλιστα θεωρούσαν πως έπρεπε να την καταπολεμήσουν – μετά θάνατον – ως θιασώτη του κρατικού σοσιαλισμού. Παρεμπιπτόντως, η ειρήνη οδηγεί κάθε σύστημα που βασίζεται στην καταπίεση αργά ή γρήγορα στην κατάρρευση.

Αλλά όχι μόνο για αυτό τον λόγο πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο οι κρατούντες την εξουσία στα ισχυρότερα κράτη διψούσαν για πόλεμο – κάτι που η οικονομολόγος Ρόζα Λούξεμπουργκ είχε ήδη αντιληφθεί πριν από το τέλος του 19ου αιώνα:

«Η διαμόρφωση της παγκόσμιας οικονομίας καθώς και η όξυνση και η γενίκευση του ανταγωνισμού στην παγκόσμια αγορά κατέστησαν τον μιλιταρισμό και τον

μαρινισμό[2]εργαλεία της παγκόσμιας πολιτικής, αποφασιστικό παράγοντα τόσο της εξωτερικής όσο και της εσωτερικής ζωής των μεγάλων κρατών.»[3]

Βλέποντας την κυρίαρχη τάση να μετατοπίζεται προς τον πόλεμο, θεωρούσε πως μόνο οι πεφωτισμένες και πρόθυμες να αγωνιστούν μάζες μπορούσαν να αποτρέψουν την καταστροφή. Μεταξύ άλλων και για αυτό τον λόγο έγραψε το 1913 το πόνημα «Η συσσώρευση του κεφαλαίου. Μία συνεισφορά στην οικονομική εξήγηση του ιμπεριαλισμού».

Για τη διατήρηση της καπιταλιστικής παραγωγής, έπρεπε να κατακτούνται και να κεφαλαιοποιούνται όλο και περισσότερες περιοχές που δεν αποτελούσαν ακόμα μέρος της παγκόσμιας αγοράς. Επειδή με κάθε επέκταση, αυτοί οι χώροι περιορίζονταν όλο και περισσότερο, ο ανταγωνισμός μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων οξυνόταν, οδηγώντας στον πόλεμο ως ρεαλιστική δυνατότητα εκτόνωσης.

H Ρόζα Λούξεμπουργκ δεν ήταν ωστόσο μόνο πολύ μπροστά από την εποχή της με τις απόψεις της, έμεινε επίσης μόνη με αυτές. Σχεδόν κανείς δεν ήθελε να τις ακούσει. Μετά από τα πρώτα δύο χρόνια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, συνόψισε αυτά που είχαν συμβεί έως τότε με τον εξής σύντομο και περιεκτικό τρόπο:

«Εάν μειωθεί στην αντικειμενική ιστορική του σημασία, ο σημερινός παγκόσμιος πόλεμος είναι στο σύνολό του ο ανταγωνισμός ενός καπιταλισμού που έχει ήδη αναπτυχθεί έως την πλήρη του ανθοφορία με ζητούμενο την παγκόσμια κυριαρχία, την εκμετάλλευση των τελευταίων μη καπιταλιστικών ζωνών που απομένουν στον κόσμο.»[4]

Για την εργατιά, ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος αποτέλεσε καταστροφή:

«Ο προορισμός του ταξιδιού του προλεταριάτου, η απελευθέρωσή του, εξαρτάται από το κατά πόσον το ίδιο θα κατορθώσει να μάθει από τα λάθη του. Η αυτοκριτική, η ανελέητη, σκληρή αυτοκριτική που φτάνει έως τα θεμέλια των πραγμάτων είναι αέρας και νερό ζωής για το προλεταριακό κίνημα. Η κατάρρευση του σοσιαλιστικού προλεταριάτου στον παρόντα παγκόσμιο πόλεμο είναι άνευ προηγουμένου, είναι δυστύχημα για την ανθρωπότητα. Όμως, ο σοσιαλισμός θα είχε χαθεί μόνο, εάν το διεθνές προλεταριάτο δεν ήθελε να αποτιμήσει το βάθος αυτής της πτώσης και να μάθει από αυτή.»[5]

Αυτή η διάγνωση ήταν ορθή.

Όταν ο πόλεμος συνεχίστηκε – στην Ασία από το 1937 και στην Ευρώπη από το 1939 – ως «Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος», η Ρόζα Λούξεμπουργκ είχε ήδη πεθάνει προ πολλού – δολοφονημένη από γερμανούς στρατιωτικούς που κατά τη διάρκεια του παγκοσμίου πολέμου είχαν κάθε ευκαιρία να μάθουν να δολοφονούν.


Υποσημειώσεις
  1. Marx: Das Kapital. Kritik der politischen Ökonomie. Erster Band, in: ders., Friedrich Engels: Werke (MEW), Bd. 23, Berlin 1956 ff., S. 779.
  2. Μαρινισμός: (εδώ:) η επιδίωξη ναυτικής ισχύος (σημ. τ. μετ.).
  3. Rosa Luxemburg: Sozialreform oder Revolution? [1899], Berlin 1970, σελ. 425.
  4. Rosa Luxemburg: Die Krise der Sozialdemokratie (»Junius«-Broschüre), στο: ίδ.: Gesammelte Werke, τόμ. 4, Berlin 1974, σελ. 153.
  5. Όπ. πρ., σελ. 53.

Position 7

Ήταν η Ρόζα Λούξεμπουργκ λενινίστρια;

Ο Λένιν και η δικτατορία του προλεταριάτου

Συχνά γίνονται προσπάθειες τοποθέτησης της Ρόζας Λούξεμπουργκ στο πλευρό του Λένιν. Για να επιτύχει αυτό το εγχείρημα, θα πρέπει όμως να ξεχαστούν οι θέσεις της, καθώς λίγους μόλις μήνες μετά από την επικράτηση των μπολσεβίκων έγραφε πολύ σαφώς:

«Η πράξη του σοσιαλισμού απαιτεί πλήρη και ριζική αλλαγή της πνευματικής στάσης των μαζών οι οποίες έχουν ξεπέσει μετά από αιώνες αστικής ταξικής κυριαρχίας. Πρέπει να μπουν κοινωνικά ένστικτα στη θέση των εγωιστικών, μαζική πρωτοβουλία στη θέση της αδράνειας, ένας ιδεαλισμός που θα υπερβαίνει όλα τα πάθη, κ.ο.κ. Αυτό κανένας δεν το ξέρει καλύτερα, δεν το περιγράφει πειστικότερα, κανένας δεν το επαναλαμβάνει πιο επίμονα από ότι ο Λένιν. Μόνο που επιλέγει ολότελα εσφαλμένα μέσα. Τα διατάγματα, η δικτατορική εξουσία των επιθεωρητών στα εργοστάσια, οι δρακόντειες ποινές, η τρομοκρατία, όλα αυτά δεν δρουν παρά κατασταλτικά. Ο μοναδικός δρόμος προς την αναγέννηση είναι το σχολείο του δημόσιου βίου, η απεριόριστη και όσο το δυνατόν ευρύτερη δημοκρατία, η κοινή γνώμη. Η τρομοκρατία είναι εκείνη που διαφθείρει. […Αυτή δεν είναι] δικτατορία του προλεταριάτου, αλλά δικτατορία μίας χούφτας πολιτικών, δηλαδή δικτατορία με την αστική έννοια.»[1]

Στο συνέδριο της Σοσιαλιστικής Διεθνούς το 1907 στη Στουτγάρδη, ο Λένιν και η Ρόζα Λούξεμπουργκ συμφωνούσαν ακόμα ως προς ένα ζήτημα: Μαζί κατόρθωσαν να επιτύχουν ευρεία αποδοχή μίας προσθήκης στην κατά τα άλλα χλιαρή διακήρυξη του συνεδρίου για την πολιτική που έπρεπε να ακολουθήσουν τα σοσιαλιστικά και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, εάν ξεσπούσε πόλεμος:

«Στην περίπτωση που πάρα ταύτα ξεσπάσει ο πόλεμος, είναι υποχρέωσή μας να ταχθούμε υπέρ του γρήγορου τερματισμού του και να επιδιώξουμε με όλες μας τις δυνάμεις να εκμεταλλευτούμε την οικονομική και πολιτική κρίση που θα επιφέρει ο πόλεμος για την αφύπνιση του λαού, επισπεύδοντας με αυτό τον τρόπο την κατάργηση της καπιταλιστικής ταξικής κυριαρχίας.»[2]

Ως παιδί της τσαρικής Ρωσίας, ο Λένιν δεν διέκρινε μεταξύ της κυριαρχίας μίας τάξης, δηλαδή μίας ταξικής δικτατορίας, και των διάφορων πολιτευμάτων στο πλαίσιο των οποίων μπορούσε να ασκηθεί η ταξική κυριαρχία, συμπεριλαμβανομένης της δημοκρατίας. Αντ’ αυτού, ο Λένιν συνέχεε την ταξική κυριαρχία με το πολίτευμα, δεν αντιλαμβανόταν δηλαδή την αρχιμήδεια διάσταση στη σύλληψη του κράτους από τον Μαρξ: Η σύσταση και η διατήρηση της ταξικής κυριαρχίας είναι ο στόχος, ενώ το πολίτευμα είναι το μέσο με το οποίο μπορεί να επιτευχθεί αυτός ο στόχος. Το ότι η ταξική κυριαρχία μπορεί να ασκηθεί όχι μόνο με το πολίτευμα της δικτατορίας, αλλά και με το πολίτευμα της δημοκρατίας, είναι κάτι που ο Λένιν ποτέ δεν αντιλήφθηκε.

Για τον Λένιν, ο μοναδικός δρόμος που μπορούσε να οδηγήσει στη δημοκρατία περνούσε από την απροκάλυπτη δικτατορία – στην οποία η βία έπρεπε να ασκείται ως «μαμή» (Μαρξ) για τη γέννηση μίας κοινωνίας ελεύθερης από καταπίεση και εκμετάλλευση. Όσον αφορά το ερώτημα του πολιτεύματος εντός του οποίου μπορούσε να πραγματωθεί η προλεταριακή ταξική κυριαρχία, η Ρόζα Λούξεμπουργκ τασσόταν αντιθέτως υπέρ της δημοκρατίας:

«Η σοσιαλιστική δημοκρατία δεν αρχίζει […] στη γη της επαγγελίας, όταν έχει δημιουργηθεί η υποδομή της σοσιαλιστικής οικονομίας, ως έτοιμο χριστουγεννιάτικο δώρο για τον φρόνιμο λαό […]. Η σοσιαλιστική δημοκρατία αρχίζει […] από τη στιγμή της κατάληψης της εξουσίας από το σοσιαλιστικό κόμμα. Δεν είναι τίποτε άλλο από τη δικτατορία του προλεταριάτου.»[3]

Καθώς το ανατολικό τμήμα της Πολωνίας βρισκόταν (έως το 1918) υπό την κατοχή του ρωσικού τσαρισμού, η Ρόζα Λούξεμπουργκ επεδίωκε την ένωση του πολωνικού κόμματός της (SDKPiL) με τη ρωσική σοσιαλδημοκρατία – την οποία ταλάνιζαν βαθιές πολιτικές έριδες. Από το 1906, το SDKPiL ενσωματώθηκε στο ρωσικό κόμμα. Σε σχέση με το αναπόφευκτο μίας μελλοντικής επανάστασης, δεν είχε επιτευχθεί ακόμα συμφωνία μεταξύ της Ρόζας Λούξεμπουργκ και των μπολσεβίκων του Λένιν.

Αφότου το 1904 είχε ήδη λάβει χώρα η πρώτη επί της αρχής αντιπαράθεση με τον Λένιν,[4] το 1912 επήλθε το οριστικό σχίσμα· για τη Ρόζα Λούξεμπουργκ είχε εξαντληθεί μέχρι και η τελευταία συμπάθεια που έτρεφε για τον Λένιν. Πέραν αυτού και σε αντίθεση με τον Λένιν, η Ρόζα Λούξεμπουργκ δεν συνέχεε τη σοσιαλιστική πολιτική με την αστική αξίωση εξουσίας. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ ήθελε να κατακτήσει πολιτικές πλειοψηφίες, ο Λένιν την πολιτική εξουσία. Ο Λένιν, σύμφωνα με τη Λούξεμπουργκ,

«δεν μπόρεσε μέχρι σήμερα να απελευθερωθεί από την 'ιδέα' της κυριαρχίας ενός μικρού κύκλου επί του κόμματος. Ήδη πριν από την επανάσταση [του έτους 1905/06 στη Ρωσία], είχε καταστρέψει την ενότητα του κόμματος – για να υπερασπιστεί τις οργανωτικές ιδέες του, σύμφωνα με τις οποίες η Κεντρική Επιτροπή ήταν το παν, ενώ το κόμμα το ίδιο μόνο ένα παρελκόμενο αυτής: μία άψυχη μάζα που κινείται μηχανικά κατόπιν νεύματος ενός οδηγητή, όπως ένα στράτευμα που ασκείται στην πλατεία όπου θα παρελάσει ή μία χορωδία που τραγουδά ακολουθώντας τη μπαγκέτα του μαέστρου. […] Δεν μπορούμε πλέον να συμπορευτούμε με τους λενινιστές…»[5]

Μεταξύ άλλων για αυτό τον λόγο, ο Λένιν επιχείρησε να διασπάσει το κόμμα της Ρόζας Λούξεμπουργκ, το SDKPiL, που από το 1912 δρούσε και πάλι ανεξάρτητα. Η σοσιαλίστρια Λούξεμπουργκ έγραφε το 1913 από το Βερολίνο προς μία συντακτική ομάδα στην Κοπεγχάγη:

«Η 'αξιόπιστη πηγή' από την οποία άντλησε τις πληροφορίες της για την κατάσταση στο πολωνικό κόμμα, ήταν ο εκπρόσωπος της ρωσικής σοσιαλδημ[οκρατικής] Φράξιας Λένιν. Αυτή η φράξια, η οποία στη Ρωσία επιχειρεί εδώ και χρόνια συστηματικά τη διάσπαση του Εργατικού Κόμματος και την ανελέητη διαμάχη μεταξύ πτερύγων, η οποία σχημάτισε μία μη αναγνωρισμένη από κανέναν, εικονική 'Πολιτική Επιτροπή', η οποία υπονομεύει επίμονα όλες τις προσπάθειες εξεύρεσης συμφωνίας, οδηγώντας με αυτό τον τρόπο το ρωσικό κομματικό κίνημα στα πρόθυρα της καταστροφής – αυτή η φράξια είναι μία άκρως αναξιόπιστη και μη εξουσιοδοτημένη πηγή πληροφοριών για την κατάσταση στο πολωνικό κόμμα.»[6]

Ο Λέο Γιόγκιχες, πρώην δάσκαλος της Ρόζας Λούξεμπουργκ, στη συνέχεια μακροχρόνιος σύντροφός της και έως τον θάνατο και των δύο το 1919 ο πιο έμπιστός της άνθρωπος, συμμεριζόταν τις πολιτικές απόψεις της. Το καλοκαίρι του 1917, εν μέσω της Ρωσικής Επανάστασης, παρατηρούσε πως:

«οι ρώσοι επαναστάτες έχουν τις δικές τους μεθόδους και απόψεις, και δρουν σύμφωνα με αυτές· η Ομάδα Σπάρτακος πρέπει μεν να υποστηρίξει τη ρωσική επανάσταση, αλλά να αποστασιοποιηθεί από τον Λένιν και το κόμμα του.»[7]

Η κατάληψη της εξουσίας από τους μπολσεβίκους τον Νοέμβριο του 1917 έφερε ωστόσο τον Γιόγκιχες και τη Ρόζα Λούξεμπουργκ σε δύσκολη θέση: Γνώριζαν πως δεν μπορούσαν πλέον να αποφύγουν τον Λένιν και πως χρειαζόταν μία κάποια αυτοσυγκράτηση. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ απέφευγε για αυτό τον λόγο οτιδήποτε μπορούσε να εκληφθεί ως πισώπλατη μαχαιριά στον Λένιν και τους οπαδούς του εν μέσω επανάστασης. Παρέμενε όμως τόσο σαφής με την κριτική που ασκούσε σε αυτούς στο πόνημά της «Για την Ρωσική Επανάσταση» που έγραψε το 1918 στη φυλακή, που το κείμενο αυτό ήταν απαγορευμένο στη Σοβιετική Ένωση μέχρι την κατάρρευσή της.


Υποσημειώσεις
  1. Rosa Luxemburg: Zur russischen Revolution [1918], στο: ίδ.: Gesammelte Werke, τόμ. 4, Berlin 1974, σελ. 360 κ.επ.
  2. Internationaler Sozialisten-Kongreß Stuttgart 1907, vom 18. bis 24. August [πρακτικά συζητήσεων], Berlin 1907, σελ. 66.
  3. Luxemburg: Zur russischen Revolution, σελ. 363.
  4. Rosa Luxemburg: Organisationsfragen der russischen Sozialdemokratie [1903/04], στο: ίδ..: Gesammelte Werke, Bd. 1/2, Berlin 1970, σελ. 422 κ.επ.
  5. Ρόζα Λούξεμπουργκ, παράθεση στο Jörn Schütrumpf (εκδ.): »Mit den Leninisten können wir nicht weiter zusammengehen …« oder: Wie Lenin Rosa Luxemburg »besiegte«, Berlin 2022, https://www.rosalux.de/publikation/id/49686.
  6. Rosa Luxemburg an die Redaktion des »Social-Demokraten«, 20. Oktober 1913, στο: ίδ.: Gesammelte Briefe, τομ. 6, Berlin 1993, σελ. 193 (σημεία με έντονη γραφή όπως στο πρωτότυπο).
  7. Παράθεση στο Elisabeth Benz: Ein halbes Leben für die Revolution. Fritz Rück (1895–1959). Eine politische Biografie, Essen 2014, σελ. 97.